
Review
Share this post:
Χωρίς να είναι σπάνιες οι επιστροφές του στο τενόρο, εδώ και τέσσερις δεκαετίες ο Dave Liebman ακολουθεί μια πορεία που είναι συνδεδεμένη με το σοπράνο σαξόφωνο. Η επιλογή τού οξύτερου από τη βασική τετράδα των σαξοφώνων ήταν απόλυτα συνειδητή. Όπως μας είχε πει σε μια συνέντευξη για το Jazz & Tzaz το 2010, “Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 πήρα την απόφαση ότι για να καταφέρω να γίνω πραγματικά καλός σε ένα από αυτά τα όργανα (σημ.: εκείνα που έπαιζε, δηλ. το τενόρο, το σοπράνο και το φλάουτο) έπρεπε να παραμερίσω τα υπόλοιπα. Επέλεξα το σοπράνο γιατί είχε μικρότερη ιστορία, δηλαδή υπήρχαν περισσότερα περιθώρια για να φτάσω σε μια προσωπική προσέγγιση στο παίξιμο αυτού του οργάνου, σε σχέση με την τεράστια κληρονομιά του άλτο και του τενόρου από το σύνολο της τζαζ ιστορίας”. Η απόφαση τον δικαίωσε, αφού είναι κυριολεκτικά ελάχιστοι οι μουσικοί που έχουν τόσο μεγάλη συμβολή στην εξέλιξη του ήχου αυτού του οργάνου στη μετά-Coltrane εποχή.
Με μια τεράστια δισκογραφία που αριθμεί πάνω από 500 ηχογραφήσεις (δικές του και συμμετοχές σε δουλειές άλλων), του αρέσει να διατηρεί για καιρό τα γκρουπ που φτιάχνει, ώστε μπορέσουν με τα χρόνια να αποκτήσουν δική τους ταυτότητα. Το πιο πρόσφατο από αυτά είναι οι Expansions, ένα κουιντέτο στο οποίο συμμετέχει ένας σταθερός του συνεργάτης, ο πολύπειρος μπασίστας Tony Marino και τρεις νεότεροι μουσικοί, ο σαξοφωνίστας και κλαρινετίστας Matt Vashlishan, ο πιανίστας Bobby Avey και ο ντράμερ Alex Ritz.
Το διπλό “Expansions Live” (Whaling City Sound) είναι το τρίτο στη σειρά άλμπουμ του κουιντέτου (προηγήθηκαν το “Samsara” και το “The Puzzle”, τα δύο προηγούμενα χρόνια). Το υλικό των δύο CD είναι σχεδόν ίσα κατανεμημένο ανάμεσα σε πρωτότυπες συνθέσεις (4 του Liebman και 2 του Avey) και διασκευές, με τη διαφορά ότι το πρώτο αντιπροσωπεύει την ακουστική και το δεύτερο την ηλεκτρική εκδοχή του γκρουπ. Για την ακρίβεια εκείνοι που “μπαίνουν στην πρίζα” είναι ο Avey και ο Marino. Οι διασκευές είναι κυρίως γνωστά στάνταρντ στα οποία ο Liebman αρέσκεται να επιστρέφει διαρκώς. Όπως το “All Blues” του Miles Davis και το “India” του Coltrane, που παιγμένα σε up tempo εκτελέσεις διαρκείας φαίνονται να δίνουν απεριόριστες εκφραστικές επιλογές στους πνευστούς, με τον νεαρότερο να ξεκινά πρώτος και το πιάνο να παρεμβάλλεται και τις δυο φορές χαμηλώνοντας προσωρινά και με παρόμοιο λυρικό τρόπο την ένταση. Πολύ όμορφη και η ατμοσφαιρική εκτέλεση του “Selim” του Hermeto Pascoal από το “Live-Evil” του Miles, που περιέργως πώς συμπεριλαμβάνεται στο ακουστικό CD, παρόλο που πλήκτρα και μπάσο ακούγονται αρκούντως ηλεκτρικά. Σε πλήρη ευθυγράμμιση με τον ηλεκτρικό Miles βρίσκεται και το ρυθμικά και μελωδικά ανορθόδοξο “Surreality” του Liebman, που μετά από μια μακροσκελή εισαγωγή, εξελίσσεται πάνω σε ένα εκτεταμένο και επαναλαμβανόμενο μέχρι το τέλος ριφ του μπάσου. Το πιο ρυθμικό κομμάτι του άλμπουμ είναι το “Liberian Hummingbird” με δυνατή και σφιχτοδεμένη σε στιλ M-Base ρυθμική κίνηση και διαρκείς γωνιώδεις γραμμές από τα δύο σαξόφωνα, ενώ πιο περίεργη επιλογή το “Love me Tender”, όπου μέσα σε μια παραμυθένια θα λέγαμε υπόκρουση από τα πλήκτρα και διακριτική ρυθμική παρουσία, με αφορμή το γνωστό θέμα αναπτύσσεται ένας χαμηλόφωνος διάλογος ανάμεσα στο φλάουτο και το σοπράνο.
Μια ακόμη αξιόλογη προσθήκη στην εντυπωσιακή δισκογραφία του σαξοφωνίστα που πριν από λίγο καιρό έκλεισε τα 70.
Σχετικά στο JazzBuzz: