
Review
Share this post:
Αρκετά γνώριμος στο ελληνικό κοινό ο Γερμανός σαξοφωνίστας Reiner Witzer από τις συνεργασίες του -ανάμεσα σε άλλους- με τους Datfunk, τον Δημήτρη Παπαδόπουλο, τον Τάκη Μπαρμπέρη και την Big Band του Δήμου Αθηναίων. Παλιότερης γενιάς και παγκόσμιας κλάσης πιανίστας ο Richie Beirach, έχει πολύ μεγάλη προσωπική δισκογραφία και ξεκινώντας από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 δούλεψε με μεγάλα ονόματα όπως Stan Getz, o Chet Baker, ο Wayne Shorter και o John Scofield, ενώ έχει και μια μακροχρόνια συνεργασία με τον DaveLiebman.
Witzer και Beirach έχουν δουλέψει μαζί για χρόνια, αλλά το “The world within” είναι η πρώτη τους στούντιο ηχογράφηση. Ένα άλμπουμ που κάνει περήφανο τον πιανίστα, κρίνοντας από τα ενθουσιώδη που γράφει στο σημείωμά του στο CD: «Όλα τα κατάλληλα στοιχεία που χρειάζονται για μια σπουδαία ηχογράφηση, συγκεντρώθηκαν για να φτιαχτεί αυτή η δυνατή, εμπνευσμένη μουσική».
Έχοντας μαζί τους τον διάσημο, ρωσικής καταγωγής, τρομπετίστα Alex Sipiaginκαι δυο ακόμη Γερμανούς, τον μπασίστα Joscha Oetz και τον ντράμερ Tobias Frohnhöfer έπαιξαν από τρεις δικές τους συνθέσεις. Τα έξι κομμάτια συμπληρώνει μια σύνθεση του Chris Scheuber, που θα βρισκόταν εκείνος στη θέση του ντράμερ, αλλά έφυγε από τη ζωή λίγους μήνες πριν την ηχογράφηση.
Με το πρώτο κιόλας κομμάτι “Flashback”, σύνθεση του Beirach από την εποχή που ήταν στο γκρουπ του JohnAbercrombie, γίνεται κατανοητός ο ενθουσιασμός του μιας και φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια ξεχωριστή ηχογράφηση. Το αργό, υπνωτιστικό τέμπο στο ξεκίνημα δίνει τη θέση του σε ένα νευρικό επαναλαμβανόμενο σχήμα που παίζεται από το κοντραμπάσο και συχνά σε ταυτοφωνία με τα πλήκτρα, για να στρώσει το έδαφος για το σοπράνο και την τρομπέτα, σε ένα περιβάλλον που θυμίζει ηλεκτρικό Miles Davis. Όταν πια το μπάσο αρχίζει το γρήγορο περπάτημα είναι η σειρά του Beirach να σολάρει στα fender rhodes, στα οποία επανέρχεται μετά από πολλά χρόνια. Παρόμοιο ηλεκτρικό ήχο αλλά σε πιο straight ahead κατεύθυνση έχει και το κομμάτι που έδωσε τον τίτλο του στο άλμπουμ. Σε όλα τα υπόλοιπα, με το πιάνο αντί των fender rhodes, το άκουσμα γίνεται εντελώς ακουστικό και με εξαίρεση το δυναμικό και up tempo “Javelin” κυριαρχούν οι χαμηλοί τόνοι, τα λεπτά συναισθήματα και η λυρική διάθεση. Η πιο συγκινητική στιγμή έρχεται με το ευαίσθητο “Requiem for Chris”, με πολύ έντονο spiritual feeling ειδικά από το σοπράνο του Witzel, σε ένα κομμάτι φόρο τιμής στο πρόωρα χαμένο μέλος του γκρουπ.