
Review
Share this post:
«Σας ευχαριστούμε όλους που ήλθατε και ελπίζουμε ότι ακούσατε κάτι που σας άρεσε. Αν πάλι όχι…. εντάξει, είμαστε συνηθισμένοι». Με αυτά τα λόγια θυμάται ο τρομπετίστας Ron Horton να κλείνει ο Andrew Hill μια συναυλία του που είχε παρακολουθήσει. Ο Horton έγινε μέλος και μαέστρος στο σεξτέτο του Hill για μια πενταετία, συμμετέχοντας σε δυο από τα πολλά σημαντικά άλμπουμ του: το “Dusk” (2000) και το “A Beautiful Day” (Palmetto Records, 2002).
Το δεύτερο από αυτά επανέρχεται στην κυκλοφορία μετά από 22 χρόνια και μάλιστα με σημαντικές διαφορές σε σχέση με το πρωτότυπο. Διαφορές που είναι αρκετές για όσους το έχουν να θέλουν να το ακούσουν και σε αυτή τη μορφή και που το κάνουν ελκυστικότερο για όσους δεν το έχουν και να αναζητήσουν μια από τις τελευταίες ηχογραφήσεις ενός σπουδαίου δημιουργού. Εκτός από το ότι προσφέρεται με ένα πολύ προσεγμένο digipak εξώφυλλο, έχουν γίνει αλλαγές στη σειρά των κομματιών και έχει προστεθεί υλικό που δεν είχε ακουστεί ξανά. Έτσι το άλμπουμ από μονό έχει γίνει διπλό, κυρίως λόγω της εκτενούς version του “11/8”, στην οποία ακούμε τον Hill να επικοινωνεί με το κοινό παρουσιάζοντας τους μουσικούς του, αλλά και μιας πρόσθετης και ακόμη εκτενέστερης εκτέλεσης του κομματιού που έδωσε τον τίτλο του στο άλμπουμ.
Το “A Beautiful Day”, ζωντανά ηχογραφημένο στο ιστορικό κλαμπ Birdland της Νέας Υόρκης, σε πιάνει από το πρώτο άκουσμα και κολλάς με κάθε επόμενο, για πολλούς λόγους. Ο κυριότερος είναι ότι ως συνήθως περιλαμβάνει πρωτότυπες και ξεχωριστές συνθέσεις του Hill, που σε κάθε ακρόαση αποκαλύπτουν νέες πτυχές τους. Όλες τους παιγμένες φυσικά με το χαρακτηριστικό πιανιστικό του στυλ που συνοδεύεται από ένα γκρουπ με σολίστες πρώτης γραμμής: Marty Ehrlich (άλτο σαξόφωνο, κλαρινέτο, μπάσο κλαρινέτο, φλάουτο), Greg Tardy (τενόρο σαξόφωνο, κλαρινέτο, μπάσο κλαρινέτο), Ron Horton (τρομπέτα), Scott Colley (μπάσο) και Nasheet Waits (ντραμς). Υπάρχει όμως πίσω τους και μια δεκάδα ακόμη πνευστών που κάνει τον ήχο ακόμη πιο πλούσιο και μεγαλοπρεπή. Το πλήθος αυτό των οργάνων που έχει στη διάθεσή του σημαίνει φυσικά ότι ο Hill δούλεψε το υλικό του για να παιχτεί από μια big band. Αν και όπως γράφει ο Horton στο σημείωμά του στο εξωφύλλου, περισσότερο έδινε σημειώσεις με οδηγίες προς τους μουσικούς παρά κλασικές παρτιτούρες.
Μια ιδέα για το τι εννοεί μας δίνει το κομμάτι “A Beautiful Day” που με τις δύο του εκτελέσεις είναι και το βαρύ πυροβολικό του άλμπουμ. Κάθε εκδοχή του, με διαφορετική εισαγωγή, διαφορετική εξέλιξη και τελείως διαφορετική σειρά των οργάνων στους αυτοσχεδιασμούς δείχνει την «ανοιχτή» προσέγγιση του Hill ως leader αλλά και το πώς μεταμορφωνόταν κάθε κομμάτι από βραδιά σε βραδιά.
Τα πρόσθετα πνευστά, πολύ συχνά, παίζουν κάθε άλλο παρά συνοδευτικό ρόλο και με την πρώτη ευκαιρία βγαίνουν μπροστά. Στο “J Di” η τούμπα του Jose D’Avila δηλώνει το εισαγωγικό «ριφ» και μέσα από τις διαδοχικές φανφάρες το βαρύτονο του J.D. Parron ξεσπά σε ένα παρατεταμένο σόλο. H τούμπα πρωταγωνιστεί στο “Bellezza”, αφού αρχικά αναλαμβάνει τις μπασογραμμές πίσω από το σόλο του Horton, για να αφεθεί στη συνέχεια σε έναν αυτοσχεδιαστικό διάλογο μαζί του.
Μια από κάθε πλευρά σημαντική επανέκδοση από έναν δημιουργό που καλύτερη απόδειξη για το βεληνεκές του είναι ο σεβασμός που απολαμβάνει ανάμεσα στους κύκλους των μουσικών.