
Review
Share this post:
To Winnipeg βρίσκεται στο μέσο του Καναδά και κοντά στα σύνορα με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αυτή τη μεσαίου μεγέθους πόλη εδώ και σχεδόν τριάντα χρόνια φτιάχτηκε και συνεχίζει να δημιουργεί η Winnipeg Jazz Orchestra, η πρώτη community-based ορχήστρα της χώρας. Ένας, με λίγα λόγια, μη κερδοσκοπικός οργανισμός που η δράση του έχει μεγάλη σημασία για την πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής και που φυσικά δεν θα μπορούσε να διατηρείται χωρίς τη στήριξη από την πολιτεία. Μια στήριξη που υπάρχει απλόχερη στον Καναδά.
Έχοντας καλλιτεχνικό διευθυντή και ενορχηστρωτή τον Richard Gillis σε κάθε της άλμπουμ η ορχήστρα κινείται γύρω από έναν κεντρικό άξονα, ένα κόνσεπτ. Το ίδιο συμβαίνει και στην ένατη δισκογραφική της εμφάνιση που έχει τον τίτλο “Forgotten Stories Suite” (Chronograph records) και το οποίο επικεντρώνεται στη συνθετική δουλειά, τους στίχους και την ποίηση του πολυοργανίστα Sean Irvine.
Με το άλμπουμ αυτό η WJO κάνει και ένα τολμηρό βήμα στη μέχρι σήμερα πορεία της, μιας και επεκτείνει τη θεματική της σε έναν ευαίσθητο τομέα. Το έργο αυτό είναι μια σουίτα που εξερευνά τις εμπειρίες ατόμων από τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα αγγίζοντας θέματα που αφορούν την ταυτότητα, το τραύμα, την ανθεκτικότητα και τη μακρά πορεία προς την ίαση. Ιστορίες που συνήθως μένουν καλυμμένες από τον καθωσπρεπισμό.
Η σουίτα αναπτύσσεται σε πέντε μέρη. Όλα τους εισάγονται από ένα ιντερλούδιο με σύντομο ποιητικό spoken word από τη φωνή του Quinn Greene, το οποίο αφηγείται καθεμιά από τις πέντε ιστορίες. Κάθε εισαγωγική απαγγελία από τη συγκινησιακά φορτισμένη φωνή του Greene δημιουργεί ένα έντονο συναισθηματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα στηριχθεί το κομμάτι που ακολουθεί, δίνοντας τη σκυτάλη στην ορχήστρα να το επεξεργαστεί και να το εξελίξει μουσικά. Εδώ ακριβώς έρχεται η μαεστρία του Gillis με την παλέτα του να κάνει θαύματα με ένα υποδειγματικό μοίρασμα που δίνει την ώθηση στους σολίστες του να λάμψουν και σε όλη την ορχήστρα να δείξει πόσο δεμένο και ώριμο σύνολο είναι.
Οι καλύτερες στιγμές για το άλμπουμ έρχονται αρχικά στο πολυεπίπεδο “Nightmare” με γρήγορο δυναμικό τέμπο και καθηλωτικές ερμηνείες από το τενόρο του Niall Cade, την κιθάρα του Larry Roy και τα ντραμς του Fabio Ragnelli. Και αμέσως μετά στο εύθραυστο “Texas” όπου η ευλύγιστη και αισθαντική φωνή της Karly Epp προσφέρει απόλαυση και λυρική ευφορία και ο Irvine ένα σόλο στο άλτο σαξόφωνο που χτίζεται αργά με την έντασή του να κλιμακώνεται συνέχεια.