
Blog
Share this post:
Ξαναείδα μετά από μερικά χρόνια το “Whiplash” του Damien Chazelle, που πρωτοπαίχτηκε περίπου τέτοια εποχή το 2014. Όπως είχε πει κι ο Donald Fagen “περιττεύει να πω ότι το Whiplash δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματική τζαζ, εκτός κι αν τη θεωρείτε κάποιου είδους πολεμική τέχνη”.
Ολόκληρη η κοσμοθεωρία του μαέστρου Fletcher (J.K. Simmons) βασίζεται στη δύναμη της επιβολής. Ο μουσικός υποτάσσεται βουβά και τρέμοντας, καταπίνει άφωνος ή και με δάκρυα κάθε προσβολή, κάθε υβριστικό και σεξιστικό σχόλιο, ακόμη και τις ιπτάμενες καρέκλες και τα χαστούκια από τον leader τύραννο, που στερεί από τους συνεργάτες του κάθε αίσθηση χαράς, έκφρασης, συντροφικότητας, επικοινωνίας και δημιουργικότητας. Οι παρατηρήσεις του μαέστρου δεν έχουν ποτέ να κάνουν με την ποιότητα, με το συναίσθημα, με την ερμηνεία. “Not quite my tempo” επαναλαμβάνει συνεχώς στους τρεις νεαρούς που εναλλάσσονται διαρκώς στη θέση του ντράμερ με μόνο στόχο να κατασπαράξει ο ένας τον άλλο. Κι ύστερα ουρλιάζει “faster” ολοένα και πιο δυνατά στο πρόσωπο του έφηβου Andrew (Miles Teller), που βιώνει τη μουσική ως μαρτύριο και σέρνεται κάποια στιγμή να καθίσει πίσω από το ντραμ σετ τσακισμένος από ένα δυστύχημα.
Δεν υπάρχει πιο βλαβερή φράση στο αγγλικό λεξιλόγιο από το “good job” ισχυρίζεται ο μαέστρος, επιμένοντας ότι με το “χάιδεμα” δεν πρόκειται να εμφανιστεί ποτέ ο επόμενος Charlie Parker. Το δε σενάριο, προκειμένου να στηρίξει τη θεωρία του, φτάνει στο σημείο να χρησιμοποιήσει παραποιημένο το περιστατικό με τον έμπειρο Jo Jones που πετά το πιατίνι στον 16χρονο κι αδιάβαστο Charlie Parker.