
Review
Share this post:
Στα είκοσι και κάτι χρόνια από τότε που εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, η Καναδέζα πιανίστρια Kris Davis, έχει διανύσει μια αξιοζήλευτη πορεία. Ξεκινώντας από το “Lifespan” το 2003, έχει ήδη πολλές δυνατές δικές της κυκλοφορίες, αλλά και συμμετοχές σε άλμπουμ άλλων και συνεργασίες με σπουδαίους μουσικούς όπως ο Dave Holland, ο John Zorn, ο Craig Taborn και η Ingrid Laubrock. Από το 2016 ανέλαβε και έναν επιπλέον ρόλο, ιδρύοντας την Pyroclastic Records, μια ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία με πολύ σημαντικές κυκλοφορίες.
To 2019, με μια δεκαμελή παρέα, η Davis κυκλοφόρησε το “Diatom Ribbons”. Κρατώντας τον βασικό πυρήνα αυτού του σχήματος και δίνοντάς του το όνομα εκείνου του άλμπουμ έκανε μια ζωντανή ηχογράφηση στο Village Vanguard με την ευκαιρία των εμφανίσεών της για μια βδομάδα στο περίφημο κλαμπ τον Μάιο του 2022. Εκτός από την ίδια, στο πιάνο και τα διάφορα πλήκτρα, οι Diatom Ribbons περιλαμβάνουν την Terri Lyne Carrington (ντραμς), την Val Jeanty (πλατό, ηλεκτρονικά) και τον Trevor Dunn (ηλεκτρικό και ακουστικό μπάσο), με νεότερη προσθήκη τον Julian Lage (ηλεκτρική κιθάρα).
Χωρίς να έχει κοινά κομμάτια με εκείνα του “Diatom Ribbons”, το διπλό “Live at the Village Vanguard”, είναι κάτι σαν προέκταση εκείνου του άλμπουμ που επιχειρεί να πιάσει την επί σκηνής ζωντάνια και ενέργεια του γκρουπ. Περιλαμβάνει βασικά συνθέσεις της Davis που συμπληρώνονται από τρεις διασκευές. Κοινό χαρακτηριστικό όλων τους -με αρκετές από αυτές να ξεπερνούν σε διάρκεια τα δέκα λεπτά- είναι η συνύπαρξη ακουστικού, ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού ήχου, αλλά και η ευχέρεια με την οποία ο ήχος περνά από κλασικές φόρμες, στην free jazz, το fusion και πάει λέγοντας. Σε αυτό το κλίμα είναι φυσικά και η επιλογή για διασκευή του “Dolores”, σύνθεσης του Wayne Shorter από το “Miles Smiles” του Miles Davis, όπως και του “Alice in the Congo” του Ronald Shannon Jackson. Το ίδιο και οι αναφορές του “Nine Hats” στο “Hat and Beard” του Eric Dolphy, όπως και η παρεμβολή στο “VW” της φωνής του Sun Ra από μια συνέντευξή του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα τρία μέρη της συνολικά 30λεπτης “Bird suite”, με το ιδιόμορφο free funk του πρώτου μέρους (“Kingfisher”) να δίνει τη θέση του στο “Bird call blues”, όπου μέσα από το κάλεσμα των πουλιών αναδύεται το πιο «κλασικό» τζαζ κομμάτι του άλμπουμ και τέλος το “Parasitic hunter” με έναν ήχο που κυμαίνεται μεταξύ avant garde και Bandwagon του Jason Moran.
Όλοι οι συμμετέχοντες συμβάλλουν με τα παιξίματά τους σε αυτό το έξοχο αποτέλεσμα, αλλά ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η ευκινησία του Julian Lage, ο οποίος βρίσκεται σε ένα περιβάλλον εντελώς διαφορετικό από αυτό στο οποίο μας έχει συνηθίσει.