
Interview
Share this post:
Γεννημένος στη Ρώμη, ο Joe De Gregorio είναι ένας μουσικός με διακρίσεις (έχει κερδίσει σε τζαζ διαγωνισμούς στη Φλωρεντία και το Μόντε Κάρλο) αλλά και με σημαντικές συνεργασίες. Συνεργασίες που ξεπερνούν τα όρια της Ευρώπης καθώς έχει παίξει, μεταξύ άλλων, με τον Ari Hoenig, τον Greg Hutchinson, τον Joel Frahm και τον Johnathan Blake. Ταλαντούχος πιανίστας, συνθέτης αλλά και τραγουδιστής βλέπει την τζαζ σαν ένα σταυροδρόμι, μια παγκόσμια γλώσσα μέσω της οποίας συναντιούνται και επικοινωνούν δημιουργικά κουλτούρες και
παραδόσεις. Στο προηγούμενο άλμπουμ του “The Paris sessions” συμμετείχε και ο David Reinhardt, εγγονός του Django.
Επιδιώκοντας κάτι περισσότερο φιλόδοξο με τη νέα του δουλειά “The Trilogy (Volume I)” ακολουθεί τη διαδρομή της τζαζ μέσα από τις ρίζες, την εξέλιξη και την παγκόσμια καθιέρωσή της. Μια τριλογία που στην πραγματικότητα φτιάχνει ένα τριπλό άλμπουμ, αφού περιλαμβάνει τρεις διαφορετικές ηχογραφήσεις σε ισάριθμες πόλεις και με τρία διαφορετικά γκρουπ.
Το πρώτο μέρος έχει θέμα (τι άλλο;) τα blues και υπότιτλο “In Blues (For Blues’ Sake) και μας επιφυλάσσει ένα session που ηχογραφήθηκε στο θρυλικό στούντιο του Rudy Van Gelder στο οποίο ο πιανίστας βρέθηκε να έχει δίπλα του δυο τεράστια ονόματα: τον Ron Carter και τον Peter Erskine. Τη σκυτάλη παίρνει το “Crossover”. Μια συνάντηση της τζαζ με το φανκ, λατινομαμερικάνικους ρυθμούς και την κλασική μουσική στο στούντιο του Erskine στο Λος Άντζελες. Εδώ, εκτός του ντράμερ, συμμετέχουν ο μπασίστας Ike Sturm και κουαρτέτο εγχόρδων. Τέλος το “Crooner’s Journey” φέρνει τον De Gregorio στο Παρίσι να δοκιμάζει το λεξιλόγιο της τζαζ με τραγούδια σε πέντε διαφορετικές γλώσσες. Μαζί του ένα γαλλικό κουαρτέτο με γνωστότερο όλων τον ντράμερ Louis Moutin, αλλά και τη φωνή της Karine Forêt.
Για όλα αυτά μας μίλησε ο Joe De Gregorio σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία που είχαμε μαζί του.

Συνέντευξη με τον Joe De Gregorio
Πώς προέκυψε η ιδέα της Τριλογίας ως ένα ενιαίο καλλιτεχνικό έργο και όχι ως τρία ξεχωριστά άλμπουμ;
Η Τριλογία αντανακλά το όραμά μου ως πολυδιάστατου καλλιτέχνη που επιθυμεί να εκφράσει πλήρως την ευέλικτη δημιουργική του φύση. Εκείνο που ενοποιεί αυτή την καλλιτεχνική πρόταση είναι το συνθετικό και ενορχηστρωτικό μου στυλ, που είναι αφιερωμένο σε μια διαρκή προσπάθεια: το να ανακατεύω τις διαφορετικές μουσικές γλώσσες που με έχουν διαμορφώσει από την παιδική μου ηλικία. Μεγάλωσα βυθισμένος σε ένα ευρύ φάσμα ποιοτικής μουσικής -τζαζ, κλασική, ποπ-φιούζιον, μπόσα νόβα- τόσο μέσα από την ακρόαση όσο και με το να παίζω ήδη από την ηλικία των τριών ετών. Γι’ αυτό και πάντα αντιστεκόμουν στην ιδέα να περιορίσω τη δημιουργική μου φωνή σε ένα μόνο στυλ. Συχνά σκέφτομαι τον εαυτό μου σαν έναν ζωγράφο που είναι ερωτευμένος με μια απέραντη παλέτα χρωμάτων, αναζητώντας διαρκώς νέους τρόπους να τα συνδυάζει. Για μένα, η μουσική είναι ένας κοινός τόπος που γεννά διάλογο, όχι κατηγοριοποίηση. Αυτό ακριβώς είναι και η Τριλογία: τρία κεφάλαια του ίδιου καλλιτεχνικού οράματος, όπου διαφορετικές επιρροές συνυπάρχουν, αλληλοεπιδρούν και εξελίσσονται μέσα σε μια ενιαία γλώσσα. Ποτέ δεν τις βίωσα ως ξεχωριστούς κόσμους. Όπως είπε και ο Duke Ellington, «υπάρχουν απλώς δύο είδη μουσικής: η καλή και η άλλη».
Το πρότζεκτ περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα “πώς μπορεί η τζαζ να παραμένει πιστή στις ρίζες της ενώ απευθύνεται σε ένα σύγχρονο, παγκόσμιο κοινό”. Τι ανακάλυψες για αυτή την ισορροπία μέσα από τις ηχογραφήσεις;
Κατά τη διάρκεια της δημιουργίας της τριλογίας μου, κατανόησα σε μεγαλύτερο βάθος ότι η ισορροπία ανάμεσα στην παράδοση και την καινοτομία — ανάμεσα στις ρίζες και τα «κλαδιά», αν θέλετε — βρίσκεται στη διασταύρωση δύο βαθύτερων αρχών. Η πρώτη σχετίζεται με την ίδια τη φύση της Τέχνης από ατομική σκοπιά: μια διαρκής αναζήτηση της προσωπικής αλήθειας, που προσφέρεται ελεύθερα ως δώρο στον κόσμο από τον καλλιτέχνη. Η τζαζ ενσαρκώνει πλήρως αυτή την ιδέα, προσθέτοντας όμως μια μοναδική διάσταση: είναι ταυτόχρονα ατομική και συλλογική έκφραση. Αυτή η συλλογική δημιουργική διάσταση αποτελεί τη δεύτερη αρχή. Συχνά οραματίζομαι την τζαζ ως έναν σταυρό, τη διασταύρωση δύο αξόνων. Ο κάθετος άξονας αντιπροσωπεύει το άτομο -το καλλιτεχνικό όραμα, την αφοσίωση στην προσωπική έρευνα και τη δημιουργική ταυτότητα. Ο οριζόντιος άξονας αντιπροσωπεύει το συλλογικό -την αλληλεπίδραση μεταξύ των μουσικών, που βασίζεται σε μια βαθιά εμπειρία ακρόασης. Με άλλα λόγια, η τζαζ είναι ταυτόχρονα μια προσωπική αναζήτηση και το αποτέλεσμα ανθρώπινων σχέσεων. Η ίδια η μουσική γεννιέται από σχέσεις -ανάμεσα στη σιωπή και τους ήχους- που τέμνονται κάθετα και οριζόντια. Το ίδιο μοτίβο: ο σταυρός. Αυτό που ανανακάλυψα ξανά μέσα από την τριλογία είναι ότι η ποιότητα της ατομικής ακρόασης καθορίζει την ποιότητα της συλλογικής αλληλεπίδρασης μέσα στην μπάντα. Ακούγοντας προσεκτικά κάθε νότα που έπαιζαν ο Ron Carter και ο Peter Erskine, το δικό μου παίξιμο διαμορφωνόταν διαρκώς σε πραγματικό χρόνο από αυτή την αλληλεπίδραση.
Ακόμη περισσότερο: η ηχογράφηση με τον Ron και τον Peter -δύο θρυλικούς καλλιτέχνες που έχουν διαμορφώσει βαθιά την ιστορία της τζαζ- μου επέτρεψε να συνδεθώ με την παράδοση αυτής της μουσικής με έναν άμεσο, προσωπικό και οικείο τρόπο. Ακριβώς αυτή η σύνδεση με τις «ζωντανές ρίζες» είναι που ωθεί τη μουσική μου προς τα εμπρός, καλλιεργώντας την ανάπτυξη της δικής μου φωνής. Με άλλα λόγια: η εμπειρία των ριζών δίνει ζωή στα «κλαδιά» της προσωπικής μου έκφρασης, η οποία βασίζεται σε μια αυθεντική αναζήτηση καινοτομίας. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, η ουσία της τζαζ: να βρίσκεις τη δική σου φωνή αγκαλιάζοντας τις ρίζες της. Αυτή η ισορροπία τροφοδοτεί τη διαρκή αναγέννηση της τζαζ — κάτι νέο, αλλά βαθιά ριζωμένο στην παράδοση. Και είναι ακριβώς αυτή η γνήσια δημιουργική διαδικασία που συνεχίζει να συναρπάζει ένα προσεκτικό παγκόσμιο κοινό.

Τα τρία άλμπουμ εξερευνούν το μπλουζ, τις crossover επιρροές και τη φωνητική παράδοση. Γιατί επέλεξες ειδικά αυτούς τους τρεις άξονες;
Για μένα, αυτά τα τρία στοιχεία αποτελούν τις πιο ζωτικές δυνάμεις της τζαζ. Συχνά λέω: το μπλουζ είναι για την τζαζ ό,τι είναι το αίμα για το ανθρώπινο σώμα. Το μπλουζ μεταφέρει συναισθηματική αλήθεια και τεράστια αφηγηματική δύναμη. Χωρίς αυτό, η τζαζ κινδυνεύει να γίνει κάτι καθαρά διανοητικό, ακόμη και αυτάρεσκο, χάνοντας την ανθρώπινη διάστασή της.
Οι crossover επιρροές αντικατοπτρίζουν την εγγενώς «κρεολική» φύση της τζαζ — μιας μουσικής που γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη μέσα από τη συνάντηση, τη μίξη και τη μεταμόρφωση διαφορετικών πολιτισμών. Η τζαζ δεν υπήρξε ποτέ «καθαρή» ή απομονωμένη· η δύναμή της βρίσκεται ακριβώς στην ιδιότητά της να είναι ανοιχτή και στην ικανότητά της να αφομοιώνει και να επαναπροσδιορίζει κάθε επιρροή.
Η φωνητική παράδοση αγγίζει κάτι ακόμη πιο προσωπικό για μένα. Συνδέεται με τις ιταλικές μου ρίζες και την τέχνη του bel canto, αλλά και με παιδικές αναμνήσεις που διαμόρφωσαν τη μουσική μου φαντασία: να ακούω τον θείο μου να παίζει πιάνο και να τραγουδά τραγούδια των Antônio Carlos Jobim και Bruno Martino, καθώς και κλασικά δείγματα του γαλλικού chanson. Αυτές οι στιγμές μου αποκάλυψαν κάτι ουσιαστικό: ότι η μουσική είναι, στον πυρήνα της, μια προέκταση της ανθρώπινης φωνής, ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν λόγια.
Αυτοί οι τρεις άξονες — το μπλουζ, η πολιτισμική «ανοιχτότητα» των crossover επιρροών και η φωνητική έκφραση — δεν είναι ξεχωριστές κατευθύνσεις, αλλά συμπληρωματικές δυνάμεις που από κοινού διαμορφώνουν την καλλιτεχνική μου ταυτότητα.

Πώς ήταν η εμπειρία της ηχογράφησης σε έναν χώρο σαν το Van Gelder Studio με καλλιτέχνες όπως ο Ron Carter και ο Peter Erskine;
Στις 27 Φεβρουαρίου 2025, μπήκα πράγματι στο θρυλικό Van Gelder Studio για να ηχογραφήσω ένα οικείο ντουέτο με έναν ζωντανό θρύλο: τον Ron Carter. Ήταν μόνο πιάνο και κοντραμπάσο -στον ίδιο χώρο, αναπνέοντας τον ίδιο αέρα- περιτριγυρισμένοι από την αόρατη παρουσία της ιστορίας της τζαζ. Βρέθηκα να κάθομαι σε ένα πιάνο που κουβαλά τις φωνές ολόκληρων γενεών, ένα όργανο που έχουν αγγίξει μορφές όπως οι Thelonious Monk, Bud Powell, McCoy Tyner και Herbie Hancock. Σε έναν τέτοιο χώρο δεν παίζεις απλώς, μπαίνεις σε διάλογο με την ιστορία του. Αυτή η ηχογράφηση έγινε κεντρικό κεφάλαιο της τριλογίας μου, αποτελώντας τον πυρήνα του πρώτου άλμπουμ, For Blues’ Sake (In Blues), ενός φόρου τιμής στη μουσική «γενεαλογία» που έχει διαμορφώσει γενιές μουσικών. Αυτό που κάνει το πρότζεκτ ακόμη πιο σημαντικό για μένα είναι ότι σηματοδοτεί και την πρώτη φορά που ο Ron Carter και ο Peter Erskine συνυπάρχουν στο ίδιο άλμπουμ, μια συνάντηση δύο ζωντανών θρύλων μέσα σε ένα βαθιά προσωπικό καλλιτεχνικό πλαίσιο.
Κάθε κεφάλαιο ηχογραφήθηκε σε διαφορετική πόλη και ακολουθεί μια διαδρομή από το μπλουζ στον πειραματισμό και στη φωνητική παράδοση. Πώς συνδέθηκε το περιβάλλον κάθε πόλης με το αντίστοιχο μουσικό ύφος;
Οι πόλεις δεν είναι απλώς συσσωρεύσεις κτιρίων, είναι ζωντανοί οργανισμοί. Μεταφέρουν την ενέργεια των ανθρώπων που τις διαμόρφωσαν, ιδιαίτερα των καλλιτεχνών που άφησαν πίσω τους δυνατή κληρονομιά.
Το For Blues’ Sake ηχογραφήθηκε στο θρυλικό Van Gelder Studio, απέναντι από τη Νέα Υόρκη, μια περιοχή που συγκεντρώνει ιστορία σχεδόν με ιερό χαρακτήρα. Το νιώθεις στον ήχο, στη σιωπή, στον τρόπο που «αναπνέει» η μουσική. Ήταν ο φυσικός τόπος για να επανασυνδεθώ με τις ρίζες της τζαζ.
Το Crossover ηχογραφήθηκε στο προσωπικό στούντιο του Peter Erskine, κοντά στο Λος Άντζελες, μια πόλη που εδώ και δεκαετίες ενσαρκώνει την έννοια της μουσικής «ανοιχτότητας» και της υβριδικότητας. Εκεί, η ίδια η ατμόσφαιρα σε ωθεί στην εξερεύνηση στον διάλογο μεταξύ ειδών και μια ειδική ελευθερία από περιορισμούς.
Το Crooner’s Journey ηχογραφήθηκε στο Παρίσι, μια πόλη βαθιά συνδεδεμένη με τη φωνή, τόσο στην τζαζ όσο και στη δημοφιλή μουσική. Το Παρίσι διαθέτει μια ιδιαίτερη οικειότητα και μια λυρική ευαισθησία που συντονίζεται με φυσικό τρόπο με τη φωνητική παράδοση.
Κατά κάποιον τρόπο, κάθε πόλη δεν φιλοξένησε απλώς τη μουσική, τη διαμόρφωσε. Η τριλογία μετατράπηκε έτσι σε ένα ταξίδι όχι μόνο μέσα από μουσικές γλώσσες, αλλά και μέσα από πολιτισμικούς χώρους όπου αυτές οι γλώσσες γεννήθηκαν, μετασχηματίστηκαν και συνεχίζουν να εξελίσσονται.
