
Review
Share this post:
Την άρπα δεν τη συναντάμε πολύ συχνά στην τζαζ. Κάτι σε έναν βαθμό κατανοητό μιας και ο λεπτός, ευαίσθητος ήχος της δεν εντάσσεται εύκολα στο περιβάλλον μιας τζαζ μπάντας. Υπάρχουν βέβαια και οι γνωστές περιπτώσεις, όλες γυναικείες, της Alice Coltrane, της Carol Robbins, πρόσφατα της δικής μας Maria-Christina Harper και της Γαλλίδας Isabelle Olivier, που έχουν φέρει -και μάλιστα πολύ πετυχημένα- το όργανο αυτό σε πρώτο πλάνο στην αυτοσχεδιαζόμενη μουσική.
Με πάνω από τρεις δεκαετίες σε ενεργό δράση η Olivier έχει συνεργαστεί με μουσικούς όπως ο Peter Erskine, o Louis Sclavis και ο Rez Abbasi, αλλά και καλλιτέχνες από άλλους χώρους όπως η σκηνοθέτιδα Agnes Varda. Τo καινούριο (δωδέκατο) άλμπουμ της, με τίτλο “Impressions” (Rewound Echoes), το ονόμασε έτσι από το γνωστό κομμάτι του John Coltrane. Όχι τόσο γιατί έχει να κάνει με τον Coltrane, αλλά περισσότερο λόγω του τίτλου του, μιας και στο άλμπουμ αυτό η Olivier εξερευνά τη σχέση τη δική της αλλά και της τζαζ με τον ιμπρεσιονισμό. «Σκέφτομαι τον ιμπρεσιονισμό σαν έναν συνδυασμό κομψότητας, μινιμαλισμού, φασματικών αντιλήψεων, αισθημάτων και ατμόσφαιρας – πραγμάτων που αισθάνεσαι αλλά δεν μπορείς να εξηγήσεις» λέει. Μοιράζοντας τον χρόνο της ανάμεσα στο Παρίσι και το Σικάγο, παράλληλα επιχειρεί, μέσα από τις επιρροές της από την τζαζ και την κλασική μουσική, να αποδώσει ηχητικά τη σχέση ανάμεσα στις δυο αυτές μεγαλουπόλεις και τους καλλιτέχνες της, μουσικούς και εικαστικούς.
Σχεδόν κάθε κομμάτι έχει και μια τέτοια αναφορά. Το “Fleurs de soleil” στα ηλιοτρόπια του Van Gogh, το “Cezanne” φυσικά στον σπουδαίο ζωγράφο, το “Le Gare” στον Σταθμό Σεν Λαζάρ του Monet και πάει λέγοντας. Για να αποδώσει τις ιμπρεσιονιστικές εικόνες η Olivier χρησιμοποιεί ένα οκταμελές σύνολο που εκτός από την άρπα της περιλαμβάνει πιάνο/ακορντεόν, κουαρτέτο εγχόρδων, ντραμς και ηλεκτρονικά. Με την πολύχρωμη και γεμάτη φαντασία παλέτα της και συχνές αυτοσχεδιαστικές εξάρσεις φτάνει σε έντονα λυρικές και ευαίσθητες στιγμές (“The boating party”, “Tango”), που εναλλάσσονται με μινιμαλιστική, ambient έκφραση (“Open a window”, “Evanescence”), διάθεση για πειραματισμούς, παιχνίδι με τον θόρυβο και τις σκιές (“At night”, “Fog on the lake”) και άλλες φορές με τη φολκ (“Eclats”) και το avant garde (“A pizzicato life”). Για να φτάσει στο φινάλε σε μια ευφάνταστη, ατμοσφαιρική και σε πολύ αργότερο τέμπο διασκευή του γνωστού κομματιού του Coltrane που έδωσε τον τίτλο της στο άλμπουμ.