Μεταξύ Τορόντο και Νέας Υόρκης

O Ernesto Cervini

 

Η βοκαλίστα Amy Cervini και ο ντράμερ Ernesto Cervini, αδέλφια από το Τορόντο του Καναδά που ζουν στη Νέα Υόρκη, ξεκίνησαν καθένας τη δική του αξιόλογη καριέρα από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας. Πρόσφατα με την ίδρυση της εταιρείας Orange Grove άρχισαν επιπρόσθετα να ασχολούνται με το μανατζάρισμα η πρώτη και τη δημοσιότητα ο δεύτερος, αντιπροσωπεύοντας αρκετούς καθιερωμένους (όπως ο Matt Wilson και ο Marty Ehrlich) και νεώτερους καναδούς και αμερικανούς μουσικούς, όσο και τη δική τους δουλειά.

Jazz Country” (Anzic records) ονομάζει το τέταρτο άλμπουμ της η μεγαλύτερη από τα δύο αδέλφια, δηλώντοντας ξεκάθαρα το περιεχόμενό του.

Η προσέγγιση της τζαζ με την κάντρι είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του '30 με το λεγόμενο western swing, ενώ ο Louis Armstrong το 1930 συμμετείχε στην ηχογράφηση του “Blue Yodel No. 9” με τον “πατέρα” της κάντρι Jimmie Rodgers. Όμως ο Sonny Rollins, όταν το 1957 έπαιζε με το τρίο του κομμάτια όπως το “I’m an Old Cowhand” και το “Wagon Wheels”, ποζάροντας στο εξώφυλλο του “Way Out West” σε ένα τοπίο της άγριας δύσης ντυμένος και ζωσμένος σαν καουμπόι και κρατώντας το σαξόφωνο σαν καραμπίνα, ήταν ίσως ο πρώτος τζάζμαν που έδειχνε εμφατικά ότι υπήρχε μεγάλο πεδίο επιρροής από την κάντρι. Από τότε δεκάδες μουσικοί πειραματίστηκαν με αυτή την προσέγγιση, με μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις εκείνη του Bill Frisell. Περνώντας στα πιο πρόσφατα χρόνια τo 2008 Wynton Marsalis και Willie Nelson κυκλοφόρησαν μαζί το “Two Men With the Blues”. Την ίδια χρονιά ο τρομπετίστας Thomas Marriott με το “Crazy” έκανε ένα tribute στον Willie Nelson, ενώ ο σαξοφωνίστας Bryan Murray με την tribute band Bryan & the Haggards εδώ και πέντε περίπου χρόνια αναπλάθει τα τραγούδια του Merle Haggard.

Η συνάντηση των δύο αμερικάνικων ιδιωμάτων από την Amy Cervini γίνεται όχι τόσο μέσω του αυτοσχεδιασμού, αλλά στοχεύοντας στην καρδιά των τραγουδιών: τον στίχο, την ιστορία που αφηγούνται, τη μελωδία. Έχοντας λοιπόν πλάι της ένα πολύ μικρό σχήμα χωρίς ντραμς, μόνο με μια ακουστική κιθάρα (Jesse Lewis) και ένα κοντραμπάσο (Matt Aronoff), που συνοδεύεται κατά περίπτωση από μερικούς προσκεκλημένους σολίστες, απογύμνωσε τα τραγούδια που επέλεξε από το ρυθμικό τους περίβλημα και απλοποίησε στο μέγιστο δυνατόν την αρμονική τους δομή. Για το “Wallflower Lonely, Cornflower Blue” του Dave Frishberg κράτησε μια υποτυπώδη επένδυση από το γιουκαλίλι της Nellie McKay που την ακολουθεί στα φωνητικά, και μερικές βαθιές μπασογραμμές τής αρκούν για να υποστηρίξουν την όμορφη μελωδία “Drivin' Cryin' Missin' You” της K.T. Oslin. Το “Frim Fram Sauce” παλιά επιτυχία του Nat King Cole, ταλαντεύεται μεταξύ κάντρι και σουίνγκ κλίνοντας προς το δεύτερο χάρη σε ένα παλιομοδίτικο σόλο από το κλαρινέτο της Anat Cohen. Η διασκευή στο γνωστό τραγούδι της ταινίας Baghdad Cafe “Calling You” επιφυλάσσει μια από τις καλύτερες στιγμές του άλμπουμ όταν μετά το δεύτερο ρεφρέν ο κιθαρίστας Jesse Lewis κάνει έναν απροσδόκητο φωνητικό αυτοσχεδιασμό που ολοκληρώνεται με ανταλλαγή φράσεων με τη Cervini. Ανάμεσα στις πολλές όμορφες και αισθαντικές στιγμές του άλμπουμ το “Penguin Dance”, από κοινού σύνθεση της Cervini και της Nicky Schrire με ονειρική συνοδεία από το ακορντεόν του Gary Versace, ενώ από την άλλη η υποχθόνια ατμόσφαιρα εκδίκησης του “Before He Cheats” εμπνέει την τραγουδίστρια για μια ακόμη εντυπωσιακή ερμηνεία.

http://amycervini.com

Η Cervini, μαζί με την προερχόμενη επίσης από το Τορόντο Melissa Stylianou και την Hilary Gardner που κατάγεται από την Αλάσκα, απαρτίζουν το νεοϋορκέζικο τρίο Duchess. Πηγή έμπνευσής τους είναι το φωνητικό σουίνγκ τρίο Boswell Sisters από τη Νέα Ορλεάνη, που είχε μεγάλη επιτυχία στις αρχές της δεκαετίας του '30. Αν και οι μουσικοί που συνοδεύουν τις τρεις κοπέλες και κυρίως ο σαξοφωνίστας Jeff Lederer έχουν αρκετές ευκαιρίες για όμορφους αυτοσχεδιασμούς και παρόλο που καθεμιά τους φιγουράρει σε πρώτο πλάνο σε ένα τραγούδι, το ντεμπούτο τους με τίτλο απλά “Duchess” (επίσης από την Anzic records) επικεντρώνεται στον αρμονικό συνδυασμό των τριών φωνών.

Οι επιλογές τους, από τα γνωστά στάνταρντ “I Love Being Here With You” και “I'll Be Seeing You” και το γλυκανάλατο “Que Sera”, μέχρι το πολύ λιγότερο τραγουδισμένο “Blah Blah Blah” του Gershwin αποδίδονται με παλιομοδίτικο ύφος και έχουν πάντα στόχο να διασκεδάσουν μέσα σε μια ελαφριά, χαρούμενη και κάποτε νοσταλγική ατμόσφαιρα. Ξεχωρίζον η έξυπνη και γεμάτη νεύρο διασκευή του “Lollipop”, όπως και ο φόρος τιμής στις Boswell Sisters με το “Heebie Jeebies” και την εναλλαγή ανάμεσα στα μπλουζ και το γρήγορο σουίνγκ.

www.duchesstrio.com

Από το 2006 ως το 2011 ο αδελφός Cervini κυκλοφόρησε τρία CD με το κουαρτέτο του (“Here”, “Little Black Bird” και “There”). Με την προσθήκη δύο ακόμη μελών, της Tara Davidson (άλτο και σοπράνο σαξόφωνο) και William Carn (τρομπόνι) στα ήδη υπάρχοντα (τον τενόρο σαξοφωνίστα Joel Frahm, τον πιανίστα Adrean Farrugia και τον μπασίστα Dan Lumis) ονόμασε το σεξτέτο του Turboprop και ηχογράφησε το ονώνυμο άλμπουμ. Η σύνθεση του γκρουπ, με την τριπλή γραμμή πνευστών μπροστά από ένα κλασικό rhythm section, θυμίζει σχήμα του hard bop και είναι ιδανική για τα γρήγορα και δυναμικά κομμάτια όπως το “De Molen” (σύνθεση του Frahm), το “Fear of Flying” και το όμορφα διασκευασμένο “Red Cross” του Charlie Parker. Όμως με τη δυνατότητα που δίνει για πλούσια αρμονικά χρώματα και συνδυασμούς, είναι το ίδιο αποτελεσματική και στις πολλές λυρικές στιγμές του άλμπουμ: τις μπαλάντες “Marion Theresa” και “Three Angels”, γραμμένες από τον ντράμερ για πρόσωπα της οικογένειάς του, το “Cheer Up Charlie” και ιδίως το υποβλητικό “The Engulfed Cathedral” του Debussy, όπου ανάμεσα στις ιμπρεσιονιστικές πινελιές που αφήνουν κυρίως το τρομπόνι, το πιάνο και το μπάσο, γίνεται μια μεγαλοπρεπής κορύφωση με αιχμή το τενόρο του Frahm. Ασυνήθιστη επιλογή για διασκευή είναι και το απαιτητικό “The Windup” από το “Belonging” του Keith Jarrett που το ακούμε σε μια πολύ πετυχημένη εκτέλεση με κορυφαίες ερμηνείες από τον Farrugia και τον Frahm.

www.ernestocervini.com

Ο κιθαρίστας από το Τορόντο Harley Card εμφανίστηκε για πρώτη φορά πριν από οκτώ χρόνια με το Non-Fiction”, παρουσιάζοντας με το αμιγώς καναδέζικο κουαρτέτο του αποκλειστικά δικές του συνθέσεις, που αναδείκνυαν έναν σοφιστικέ και εκλεπτυσμένο τρόπο γραφής με ερμηνεία που κινείται πετυχημένα ανάμεσα στον ηλεκτρικό και τον ακουστικό ήχο. Παρόμοια η προσέγγισή του και στο Hedgerow” με τον σαξοφωνίστα David French να μετατρέπει το γκρουπ σε κουιντέτο, τον Matt Newton σταθερά στο πιάνο και τα πλήκτρα και τους Dan Fortin και Fabio Ragnelli να εναλλάσσονται με τους Jon Maharaj και Ethan Ardelli στο μπάσο και τα ντραμς αντίστοιχα. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το ντεμπούτο του ο Card έχει εξελιχθεί και ως συνθέτης και ως σολίστας. Εξακολουθώντας να δουλεύει με εύθραυστες και σύνθετες μελωδίες στα θέματά του και σαν κιθαρίστας να έχει καθαρό ήχο και οικονομία στην έκφραση, στην καινούρια του δουλειά δείχνει μια τάση για περισσότερο πειραματισμό. Δοκιμάζει τα μέλη του γκρουπ του σε διάφορούς συνδυασμούς (σε τρίο, κουαρτέτο και κουιντέτο) και στο “Crossing the Berg” περνάει απροσδόκητα στο φιούζον με την παραμορφωμένη κιθάρα του σε εξάρσεις, οστινάτο γραμμές από το ηλεκτρικό μπάσο του Maharaj και τα τύμπανα του Ardelli συνεχώς στο κόκκινο. Απρόσμενη η εξέλιξη και στο “Coalescence”, που μετά από πέντε λεπτά ρουμπάτο και χαμηλόφωνης ανταλλαγής φράσεων ανάμεσα στην ακουστική κιθάρα και το κοντραμπάσο του Fortin μετατρέπεται σε ένα βραδυφλεγές φανκ. Μεγάλη η θεματική και ρυθμική ποικιλία και του κομματιού με τον τίτλο του άλμπουμ, όπου ο ήχος του κουιντέτου παιχνιδίζει διαρκώς μεταξύ μπαλάντας και ηλεκτρισμένου ήχου.

www.harleycard.ca

Σαξοφωνίστας από τη νέα γενιά της καναδικής τζαζ, ο Johnny Griffith κυκλοφορεί το Dance with the lady” (GB Records), πρώτο άλμπουμ με το κουιντέτο του (είχαν προηγηθεί άλλα δύο με το τρίο που διατηρεί με τον κιθαρίστα Nathan Hiltz), που περιλαμβάνει εννέα δικές του συνθέσεις. Το κουιντέτο αυτό συμπληρώνουν δύο μέλη από το γκρουπ του Harley Card, ο μπασίστας Jon Maharaj και ο ντράμερ Ethan Ardelli, ο πιανίστας των Turboprop Adrean Farrugia και ο διάσημος αμερικανός τρομπετίστας Jeremy Pelt. Με το πρώτο κιόλας θέμα που παίζεται σε ταυτοφωνία από το σαξόφωνο και την τρομπέτα στο εναρκτήριο “The Zissou Predicament”, με straight ahead κίνηση και πεντακάθαρες νότες, αλλά και στο “Princess Aura Goes To Phrygia” που το διαδέχεται, φαίνεται η βαθιά σχέση του Griffith με την παράδοση. Στη front line τόσο ο ίδιος που άλλοτε θυμίζει Joe Henderson, άλλοτε Wayne Shorter, όσο και ο Pelt πραγματικά λάμπουν. Καθώς όμως προχωρά το άλμπουμ η δομή των κομματιών γίνεται πιο σύνθετη, η δε αρμονική εξέλιξη και τα μετρήματα πιο απρόβλεπτα, δείχνοντας ότι ο σαξοφωνίστας έχει υψηλές συνθετικές “βλέψεις” και ικανότητες. Πιο φιλόδοξο κομμάτι είναι το δεκάλεπτο “The Kuleshascope” με απότομες επιταχύνσεις και αλλαγές διάθεσης και ένα φλογισμένο σόλο στο τενόρο. Όσο για τη νεανική τριάδα του rhythm section, είτε όταν συνοδεύει είτε όταν βγαίνει μπροστά, η δουλειά της είναι εξίσου υποδειγματική.

www.johnnygriffith.com

Tags: