Peter Van Huffel

Ο Καναδός σαξοφωνίστας και κλαρινετίστας Peter Van Huffel βρίσκεται σε παραγωγική έξαρση, αφού σε ένα-ενάμιση χρόνο έχει κυκλοφορήσει τέσσερα άλμπουμ με ισάριθμα γκρουπ και ένα πέμπτο είναι υπό έκδοση. Τρία από αυτά, που τα έχω ακούσει, δείχνουν ότι η ποσότητα δεν λειτουργεί καθόλου σε βάρος της ποιότητας.

Έχοντας έδρα του το Βερολίνο ο Van Huffel δουλεύει συνήθως με μικρά σχήματα που αποτελούνται από ευρωπαίους και αμερικανούς μουσικούς. Tο Act One” (Wismart) με το κουαρτέτο House of Mirrors είναι ουσιαστικά η συνέχεια της συνεργασίας του με τη Βελγίδα βοκαλίστα Sophie Tassignon, που ξεκίνησε το 2008 με το “Hufflignon”. Από τα έντεκα κομμάτια του άλμπουμ (στην πλειοψηφία τους συνθέσεις της Tassignon), μόλις τα τέσσερα έχουν στίχους. Σε αυτά μόνο και κυρίως στο “Le Chant des Oiseaux”, που κλείνει το CD, θα βρούμε στοιχεία από τη συμβατική δομή ενός τραγουδιού, καθώς στην πραγματικότητα αναπτύσσονται πάνω σε χαλαρό αρμονικό πλαίσιο με τη φωνή να χαράσσει αφηρημένα σχεδιάσματα, ακολουθούμενη από το άλτο, το σοπράνο και το κλαρινέτο του Van Huffel, ενώ το πιάνο της Julie Sassoon και το κοντραμπάσο του Miles Perkin χτίζουν ένα υπόβαθρο μυστηρίου. “Words are being thrown, detected, analyzed, taken seriously, taken unseriously” μισοαπαγγέλλει - μισοτραγουδά εν μέσω ενός παρανοϊκού σκατ που σχηματίζει με το γέλιο της η Tassignon στο “Mute” και παρακάτω κλείνει a cappella το “This is the garden” με τους στίχους του Cummings “The slow deep trees perpetual of sleep / Some silver-fingered fountain steals the world”, σκιαγραφώντας την αφαιρετική θεματολογία της. Σε ανάλογο κλίμα στα υπόλοιπα κομμάτια, τα χωρίς λόγια φωνητικά παράγουν διαρκώς αυτοσχεδιαστικές φράσεις, παράλληλα ή διαδοχικά με εκείνες εκείνες του Van Huffel.

Σε πολύ διαφορετικό περιβάλλον κινείται το τρίο Boom Crane με την ομώνυμη πρώτη δισκογραφική του εμφάνιση (στην ισπανική Fresh Sound). Το ακουστικό αυτό σχήμα συμπληρώνεται από δύο σταθερούς συνεργάτες του Van Huffel, τον συμπατριώτη του Michael Bates στο μπάσο και τον αμερικανό ντράμερ Jeff Davis. Παρά το ότι απουσία οργάνου που να παίζει ακόρντα, το αρμονικό πλαίσιο είναι και εδώ πολύ ανοιχτό, και παρά το ότι και οι τρεις μουσικοί έχουν τη ροπή να βγαίνουν προς τα έξω, το σουινγκάρισμα δεν χάνεται ούτε στιγμή. Το κοντραμπάσο, προωθητική δύναμη σε ολόκληρο το άλμπουμ, οδηγεί με βαριές γραμμές και μυώδες παίξιμο για δύο λεπτά το “More Room” και μετά την είσοδο του άλτο το περπάτημά του δίνει στον ήχο την ροή του ορμητικού νερού, για να αφήσει τελικά τον Davis μόνο σε ένα καταιγιστικό κλείσιμο. Με πιο συμβατικό τρόπο το "Automatic Vaudeville", σε μέσο τέμπο και έντονο σουίνγκ δίνει στο άλτο την αφορμή για απτές και όμορφες μελωδικές φράσεις, με ενδιάμεσες παρεκτροπές που προκαλούνται από απροσδόκητες επιταχύνσεις του ρυθμού. Η εναλλαγή του τέμπο και στο υπόλοιπο σετ είναι ένα από τα στοιχεία που δίνουν πρόσθετο ενδιαφέρον στον ήχο του γκρουπ, με ένα ακόμη χαρακτηριστικό δείγμα το “Slipper Hero”, όπου μετά το πρώτο ξέσπασμα ο Bates μένει μόνος να φτιάχνει σκοτεινά σχήματα με το δοξάρι του, τα οποία έρχεται να ντουμπλάρει το άλτο για να φτάσουν και τα τρία όργανα μαζί σε μια νέα ομαδική κορύφωση. Στα δύο κομμάτια που ο Van Huffel πιάνει το κλαρινέτο (“Tower in the Trees” και “Quasar”) η ένταση πέφτει και δίνει περισσότερο χώρο για εσωστρέφεια.

Free jazz, punk και metal συγκλίνουν στο Bite my Blues” (Cleen Feed), ηχογραφημένο ζωντανά στο Τορόντο από το τρίο Gorilla Mask. Το άλτο του Van Huffel μόνιμα σε κατάσταση συναγερμού, εξαπολύει συνεχώς βρυχηθμούς, ακολουθίες από γρήγορες φράσεις και μακριές κορώνες πάνω από τους hard core ρυθμούς του Rudi Fischerlehner, ενώ ο Roland Fidezius που με το φαζαρισμένο μπάσο και τα εφέ του είναι ταυτόχρονα μπασίστας, κιθαρίστας και κιμπορντίστας, είναι ο καθοριστικότερος παράγοντας στον ακραίο ήχο του γκρουπ. Στη μεγαλύτερη διάρκεια του “Z” παίζει την ίδια νότα ακολουθώντας κατά βήμα τις μπακέτες του Fischerlehner, στο “Bite My Blues” χύνει βαρύ μέταλο με ένα αργό και επίμονο ριφ και στο “Broken Flower” που απ' την αρχή ως το τέλος εξελίσσεται πάνω σε τρία ακόρντα, με την επιτάχυνση του τέμπο ξεσπά σε έναν καταιγισμό από νότες. Το up tempo “Fast & Flurious” που υπάρχει και στο προηγούμενο άλμπουμ δίνει τη διαφορά χαρακτήρα ανάμεσα στον ηλεκτρισμό των Gorilla Mask και τον ακουστικό ήχο των Boom Crane.

http://www.petervanhuffel.com

Tags: