Mark Lotz

O Γερμανός φλαουτίστας Mark Lotz γνώρισε τον πλούτο της τζαζ από πολύ μικρός. «Είχα την τύχη να μεγαλώσω με έναν πατέρα που είναι μανιώδης συλλέκτης δίσκων σελάκ και βινυλίου», είχε πει σε μια συνέντευξη που είχαμε κάνει το 2013 και είχε δημοσιευτεί στο Jazz & Tzaz (http://jazzbuzz.gr/?q=node/16). Η συλλογή του «περιλάμβανε τα άπαντα του Duke Ellington και του Louis Armstrong, αλλά έφτανε και σε μουσικούς όπως ο Cecil Taylor». Ζώντας όμως και μεγάλα διαστήματα στην Αφρική, την Ασία, την Αμερική και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης ήλθε σε επαφή με τις μουσικές αλλά και την ευρύτερη κουλτούρα πολλών τόπων. Έτσι η δουλειά του στρέφεται προς πολλές κατευθύνσεις: την αφρικάνικη παράδοση, το λάτιν, κάποιες φορές την πιο μέινστριμ τζαζ, αλλά συχνότερα προς το αβάν γκαρντ και τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό.

Το “Live at JazzCase” (El Negocito Records), όπως φαίνεται κι απ' τον τίτλο του είναι μια ζωντανή ηχογράφηση στο κλαμπ της βελγικής κωμόπολής Neerpelt, με τους Lotz of Music, το πιο σταθερό μέσα στον χρόνο γκρουπ του. Στην παρούσα σύνθεση εκτός του Lotz που παίζει μια μεγάλη γκάμα από φλάουτα, το σχήμα περιλαμβάνει τον Albert van Veenendaal (πιάνο), τον Jörg Brinkmann (τσέλο), τον Alan Gunga Purves (κρουστά) και τον Claudio Puntin (κλαρινέτο, ηλεκτρονικά). Το πρόγραμμα που έπαιξαν εκείνη τη βραδιά περιλάμβανε έξι συνθέσεις του φλαουτίστα, ένα αυτοσχέδιο κομμάτι και για το κλείσιμο μια διασκευή στο “The Egg” του Hermeto Pascoal. Η συγκεκριμένη διάταξη οργάνων παραπέμπει περισσότερο στη μουσική δωματίου και πράγματι αρκετές στιγμές ακούγονται στοιχεία αυτής της μουσικής με όμορφα ενορχηστρωμένα μέρη. Όμως το γκρουπ προτιμά να κινείται συνεχώς προς τα έξω και να πειραματίζεται, να δοκιμάζει διαθέσεις και ατμόσφαιρες. Οι δύο πνευστοί βρίσκονται σε έναν μόνιμο αυτοσχεδιαστικό διάλογο, ενώ ο Purves με έναν απροσδιόριστο αριθμό κρουστών και αντικειμένων, τις περισσότερες φορές φροντίζει μόνος του για το ρυθμικό υπόβαθρο.

Ο ρόλος του Purves είναι ακόμη πιο ενισχυμένος στο “Food Foragers” (Unit Records), μιας και πρόκειται για ένα ντούο άλμπουμ για εκείνον και τον Lotz. Εξοπλισμένοι ο πρώτος με αναρίθμητα κρουστά και παιχνίδια που τα χρησιμοποιεί ως κρουστά και ο δεύτερος με τα φλάουτα και τα εφέ του, επιδίδονται σε δεκαπέντε, σύντομες στην πλειοψηφία τους, σπουδές. Γραμμένα και πιθανότατα πολλά από αυτά φτιαγμένα επί τόπου από τους δυο τους, τα κομμάτια δανείζονται συχνά στοιχεία από την Αφρική, τα μπλουζ και την τζαζ παράδοση, πάντα με σκοπό να μετατραπούν αμέσως σε κάτι άλλο. Στο “Petal of a Rose” για παράδειγμα, η γνωστή εύθραυστη μελωδία του Duke Ellington υποφώσκει κάτω από τη νευρική ρυθμική κίνηση και το χωρίς ανάσα φύσημα του Lotz, ενώ στο "I'm So Sorry Blues" ένα απλό δωδεκάμετρο κολλά πάνω σε ένα μεταλλαγμένο υπόβαθρο που παίζει με την παραφωνία. Στο “Food Foragers” που έδωσε τον τίτλο του στο CD το φλάουτο επιχειρεί να δέσει μελωδικά τους κακόφωνους ήχους από ζώα που μιμείται ο Purves με τα παιχνίδια του. Το δε μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι, το οκτάλεπτο "Echoes of Life Hereafter", είναι ένα αργό και μυστηριώδες ταξίδι μέσα στη μοναξιά της ερήμου.

Τέλος με το πιο πρόσφατο “The Wroclaw Sessions” (Audio Cave) ο Lotz γυρνάει σε πιο παραδοσιακούς τζαζ δρόμους. Παρέα με δυο νεαρούς Πολωνούς, τον μπασίστα Grzegorz Piasecki  και τον ντράμερ Wojciech Buliński, μοιράζει το ρεπερτόριο του άλμπουμ ανάμεσα σε δικές του συνθέσεις και γνωστά ή λιγότερο γνωστά τζαζ κομμάτια. Σταθερά εντός φόρμας ο φλαουτίστας έχει τον πρώτο ρόλο στο τρίο, παίζοντας με εξαιρετική ευαισθησία αλλά και ξαφνικές εξάρσεις, όλα τα θέματα και βρισκόμενος σχεδόν μόνιμα σε πρώτο αυτοσχεδιαστικό πλάνο. Το μπάσο -που βγαίνει κι αυτό συχνά μπροστά- και τα τύμπανα φτιάχνουν μια δυνατή ρυθμική βάση. Οι πρωτότυπες συνθέσεις δείχνουν μια τάση να κοιτούν προς την ανατολή, εκεί όπου συναντούν την πανέμορφη διασκευή της σαγηνευτικής “Delilah” του Victor Young. Πετυχημένη η ιδέα της αργόσυρτης, υποβλητικής εισαγωγής που οδηγεί με απροσδόκητα φυσικό τρόπο στο γρήγορο bebop θέμα του Charlie Parker “Segment”. Στο “Euterpe” του Sam Rivers το τρίο ανεβάζει κλιμακωτά την ένταση για να φτάσει προς το μέσο του σε μια δυναμική κορύφωση. Μάλλον περίεργο ως επιλογή, αλλά εξίσου πετυχημένο στην εκτέλεσή του το χορευτικό και πολύ γνώριμο “Pata Pata” της Miriam Makeba.

https://lotzofmusic.com

Σχετικό στο JazzBuzz: Mark Alban Lotz

Tags: