Marty Sheller, El Maestro

Marty Sheller Ensemble. O Sheller τέταρτος από αριστερά.

Με την ιστορία που έχει πίσω του ο Marty Sheller είναι πραγματικά παράξενο ότι το “Libre” (PVR Records) είναι μόλις το δεύτερο προσωπικό του άλμπουμ. Από το 1958 που ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, έχει αφήσει τα ίχνη του ως τρομπετίστας, ενορχηστρωτής ή και τα δύο μαζί, σε αναρίθμητες ηχογραφήσεις και συνεργασίες, μεταξύ των οποίων συναντάμε και πολλά γνωστά ονόματα. Με πρώτο εκείνο του Mongo Santamaria, του οποίου ήταν βασικός τρομπετίστας και ενορχηστρωτής κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60, αλλά και πολλά ακόμη όπως Tito Puente, Ruben Blades, Woody Shaw, Shirley Scott, George Benson, Jon Faddis, Steve Turre, David Byrne κ.ά. Ένα πρόβλημα υγείας έκανε τον Sheller να απομακρυνθεί από τα σολιστικά καθήκοντα και να αφοσιωθεί στη σύνθεση και την ενορχήστρωση. Έτσι παραμέλησε την προσωπική του καριέρα και χρειάστηκε να φτάσει στα εξήντα οκτώ για να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο του “Why Deny” το 2008. Χρειάστηκε όμως να συμπληρωθεί και σχεδόν μια ακόμη δεκαετία για να κυκλοφορήσει την επόμενη δουλειά του.

Το “Libre” θα λέγαμε ότι αποτελεί μια συνέχεια του “Why Deny”, καθώς διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του: έξι όπως και εκείνο κομμάτια -original και διασκευές- διάρκειας μεταξύ έξι και δέκα λεπτών, το ίδιο ύφος που είναι ένα μίγμα straight jazz και latin, το ίδιο ακριβώς σε μέγεθος και σύνθεση Ensemble. Αλλά και τα στοιχεία που ξεχωρίσαμε τότε είναι εκείνα που μας αρέσουν κι εδώ. Από τη μια η μεγάλη ευχέρεια του Sheller να δομεί όμορφες και απέριττες ενορχηστρώσεις και η άριστη αίσθηση των λάτιν ρυθμών και από την άλλη η άψογη λειτουργία σε αυτή τη μικρή big band ανάμεσα στη γραμμή των πνευστών και το τετραμελές rhythm section. Η πρώτη αποτελείται από πέντε εξαιρετικούς και έμπειρους αυτοσχεδιαστές που λάμπουν σε κάθε ευκαιρία: τον Chris Rogers και τον Joe Magnarelli στις τρομπέτες, τον Bobby Porcelli στο άλτο, τον Bob Franceschini στο τενόρο και τον Sam Burtis στο τρομπόνι, ενώ η δεύτερη από τους λατινογενείς Oscar Hernandez στο πιάνο, τον Ruben Rodriguez στο μπάσο, τον Vince Cherico στα ντραμς και τον Steve Berrios στα κρουστά. Σολιστικά το κομμάτι που ξεχωρίζει είναι το “Counter Punch” με τον Porcelli, τον Fanceschini και τον Burtis κατά σειρά σε μεγάλα κέφια, ενώ από ενορχηστρωτική άποψη μεγάλο ενδιαφέρον έχει η διασκευή στο “Woody I” του Woody Shaw.
http://www.martysheller.com

Tags: