Noah Preminger, παραμένοντας στα Delta blues

Στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς ο Noah Preminger αρκέστηκε σε δύο και μόνο τραγούδια του μπλουζίστα Bukka White για να γεμίσει με μια ώρα ενέργειας το “Pivot: Live at the 55 Bar”. Καθώς φαίνεται η επιλογή αυτή ήταν για τον σαξοφωνίστα η αρχή μιας καθοριστικής στροφής προς τις ρίζες, αφού το καινούριο του άλμπουμ είναι εν πολλοίς επέκταση της πρώτης εκείνης ζωντανής του ηχογράφησης. Ίδιο ακριβώς το γκρουπ (με Jason Palmer στην τρομπέτα, Kim Cass στο κοντραμπάσο και Ian Froman στα τύμπανα), ανεξάρτητη και πάλι η παραγωγή, παρόμοιες οι συνθήκες ηχογράφησης, ανάλογο και το περιεχόμενο.

Λέμε παρόμοιες συνθήκες γιατί τη στιγμή της εγγραφής δεν υπήρχε μεν ακροατήριο, με στόχο να εξασφαλίζεται η καλύτερη δυνατή ποιότητα ήχου, αλλά το όλο στήσιμο είχε διαμορφωθεί σαν να επρόκειτο για ένα λάιβ, αφού οι μουσικοί ήταν στη σκηνή του κλαμπ Jazzdoor στο Κονέκτικατ και δεν έγινε καμιά απολύτως εκ των υστέρων επεξεργασία σε ό,τι έπαιξαν. Όσο για το υλικό του “Dark was the Night, Cold was the Ground”, αντλείται κι αυτό αποκλειστικά από το ρεπερτόριο των μπλουζ του Δέλτα. Εκτείνεται όμως και σε άλλους -πλην του Bukka White- σπουδαίους δημιουργούς: τον Blind Willie Johnson, τον Skip James, τον Richard M. Jones, τον Charley Patton, τον Blind Lemon Jefferson, τον Robert Johnson και τον Mississippi John Hurt, καθένας από τους οποίους εκπροσωπείται από ένα τραγούδι, με το ρεπερτόριο να συμπληρώνεται από το “Future Blues” των Καλιφορνέζων Canned Heat.

Από τις εννέα συνολικά επιλογές κάποιες δεν απομακρύνονται πολύ από την αρχική φόρμα και διάθεση του πρωτοτύπου. Το γνωστό ας πούμε τραγούδι του Blind Willie Johnson που έδωσε και τον τίτλο του στο άλμπουμ, όπως και το “Love In Vain” του Robert Johnson κρατιούνται σταθερά στο τέμπο τους και η μελωδία υποβόσκει μόνιμα στο background, καθώς τα δύο πνευστά αναζητούν νέες κρυμένες πτυχές της. Αλλού τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αφού δηλωθεί ξεκάθαρα ο πονεμένος σκοπός από το “Hard Times Killin' Floor Blues” του Skip James, στην αρχή σε ταυτοφωνία και κατόπιν ξεχωριστά από το σαξόφωνο και την τρομπέτα, ταχύτητα και ένταση πηγαίνουν στο κόκκινο και ο Preminger ανταλλάσσει με τον Palmer δεκαεξάμετρα, υπό το καταιγιστικό beat του Cass και του Froman. Ομοίως το “I Shall Not Be Moved” του Mississippi John Hurt, αρχικά σε αργό και ελεύθερο τέμπο, ανεβάζει σταδιακά τόνους και οι δύο της front line φυσάνε όσο τραβά η καρδιά τους. Εκείνο όμως που τελικά προέχει και είναι εμφανές σε ολόκληρο το άλμπουμ, είναι η επιθυμία του σαξοφωνίστα -και φυσικά των υπολοίπων του γκρουπ- να κοιτάξουν προς τα πίσω αναζητώντας “τροφή” σε πρωτογενές υλικό που δεν έχει εξερευνηθεί αρκετά μέσα από την οπτική και τα μέσα της τζαζ.

www.noahpreminger.com

Σχετικό στο JazzBuzz: Noah Preminger, “Pivot: Live at the 55 Bar”

Tags: