Ernie Krivda, “Requiem for a Jazz Lady”

Η φήμη του σαξοφωνίστα με το καθόλου εύηχο όνομα, δεν είναι ανάλογη με τη σημαντική και μακροχρόνια προσφορά του. Αυτό σίγουρα έχει να κάνει και με την επιλογή να παραμείνει στη γενέτειρά του, το Κλίβελαντ του Οχάιο. Η καριέρα του Ernie Krivda, που έχει μπει στην έκτη δεκαετία της, ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του '60, όταν έγινε μέλος της μπάντας του Jimmy Dorsey. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με μουσικούς όπως ο Chick Corea, o Elvin Jones, o Herbie Hancock και ο Quincy Jones. Μετά από ένα πέρασμα από τη Δυτική Ακτή και τη Νέα Υόρκη, προτίμησε να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη, όπου συνεχίζει να ζει μέχρι σήμερα. Το πρώτο του άλμπουμ “Satanic” κυκλοφόρησε το 1977 κι από τότε ακολουθεί μια σταθερή πορεία, ηχογραφώντας τακτικότατα και πάντα με μικρές ανεξάρτητες εταιρίες.

Η καινούρια του δουλειά “Requiem for a Jazz Lady” (Capri Records) συνδέεται με μια πολύ δυσάρεστη ιστορία. Το 1964, τότε που ξεκινούσε την καριέρα του, σε μια κωμόπολη κοντά στο Κλίβελαντ, δολοφονήθηκε άγρια μια δεκαεξάχρονη κοπέλα. Ο ένοχος δεν βρέθηκε ποτέ και πρόσφατα η αδελφή του θύματος ξεκίνησε μια προσπάθεια να διαλευκάνει την υπόθεση ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια. Σε αυτή την προσπάθεια ήλθε σε επαφή και με τον σαξοφωνίστα, μήπως κι ανακαλύψει κάποιο στοιχείο, καθώς η κοπέλα ενδιαφερόταν για την τζαζ και πιθανά να είχε περάσει από τα μέρη όπου εμφανιζόταν ο νεαρός τότε μουσικός. Ο Krivda δεν κατάφερε να συμβάλει στην έρευνα, αλλά η υπόθεση τού επανέφερε μνήμες από τη σκηνή της πόλης και την ατμόσφαιρα της εποχής. Για αυτή τη σκηνή, που δεν μας είναι ιδιαίτερα γνωστή, υπάρχει ένα εκτενές και κατατοπιστικό κείμενο του σαξοφωνίστα στο βιβλιαράκι του CD, ενώ η μουσική στο άλμπουμ, όπως γράφει, είναι μια αντανάκλαση εκείνης της εποχής.

Τα επτά κομμάτια του άλμπουμ, όλα γραμμένα από τον ίδιο πλην ενός στάνταρντ (“I'll Close my Eyes”), έχουν διάρκεια μεταξύ 6 και 8 λεπτών και έχουν όλα τους παρόμοια εξέλιξη. Ο σαξοφωνίστας παίρνει κεφάλι από την αρχή με το τενόρο του, εισάγοντας τη μελωδία, χρησιμοποιώντας κάθε φορά ένα χαρακτηριστικό παλιομοδίτικο βιμπράτο και παίρνοντας όσο χρόνο του χρειάζεται για να αφηγηθεί την ιστορία του, με την αβίαστη και μεστή φρασεολογία του πολύπειρου μάστερ. Συνήθως τον διαδέχεται το πιάνο του Lafayette Carthon (επίσης από το Κλίβελαντ), ενώ λιγότερο συχνά η μπασίστρια Marion Hayden και ο ντράμερ Renell Gonsalves (και οι δυο από το γειτονικό Ντιτρόιτ) αφήνουν το ρυθμικό ρόλο τους για ένα σόλο πριν την επιστροφή της μελωδίας. Ο Krivda μην παρουσιάζοντας στην ουσία κάτι καινούριο, με τη βαρύτητα τού να είναι ο εαυτός του κάνει ένα ακόμη σημαντικό άλμπουμ, που με κάθε κομμάτι του καταφέρνει να πλάσει την ατμόσφαιρα και τον ήχο της εποχής, χωρίς να ακούγεται στο ελάχιστο ρετρό και παρωχημένο.

www.erniekrivda.com

Tags: